Ο ΕΚΘΕΣΙΑΚΟΣ ΜΑΣ ΤΟΠΟΣ

Έι εσείς στη Μάνδρα Αττικής, δε θα σας ξεχάσω ποτέ! (123 φωτογραφίες)

eye stories/Stories Box από

Και οι 123 φωτογραφίες είναι με το κινητό μου τηλέφωνο, διότι δεν ένιωσα την επιθυμία να βγάλω από την τσάντα την φωτογραφική μηχανή. Ήξερα πως αυτές οι εικόνες, δε χωρούν σε καμία επαγγελματική μηχανή ή καμερα.

Μάνδρα Αττικής: Ένα ταφικό μνημείο. Δυστυχώς για την υπερβολή στην διατύπωση δεν ευθύνομαι εγώ.

Έχει να ξημερώσει από τις 15 Νοεμβρίου για κάποιους ανθρώπους. Για εμένα όμως ξημέρωσε και ξύπνησα όπως πάντα, αρκετά πρωί. Γύρω στις επτά. Όλες τις προηγούμενες μέρες, σκεφτόμουν έντονα τους ανθρώπους εκείνους που πνίγηκαν, εκείνους που αγνοούνται και τους άλλους που έζησαν. Είναι τουλάχιστον αψυχολόγητο να μην υπολογίζουμε τις ανθρώπινες ζωές. Ήθελα να πάω από την πρώτη στιγμή, αλλά δεν μπορούσα με τη μηχανή διότι συνεχώς βρέχει. Μα σήμερα το πήρα απόφαση και δε με νοιάζει ό,τι κι αν γίνει. Ντύνομαι, παίρνω την φωτογραφική μηχανή και φεύγω. Όταν έφτασα στην Λεωφόρο Αθηνών, άρχισε να βρέχει κι εγώ να είμαι πάνω στο παπί εκτεθειμένος. Θα μπορούσα να παρκάρω σε ένα υπόστεγο μέχρι να σταματήσει ή να γυρίσω πίσω σπίτι για να μην έρθει μπόρα. Συνέχισα όμως. Βράχηκα και στέγνωσα ταυτόχρονα πάνω στο μηχανάκι μέχρι να φτάσω.

Κάνα δύο χιλιόμετρα πριν τη Μάνδρα, υπήρχε περιπολικό. Με σταμάτησε ο αστυνομικός και με ρώτησε, που πάω. Όχι γιατί ήθελε να μάθει το που, αλλά γιατί μου είπε ότι θα γίνω μέσα στις λάσπες. Πιο πάνω μου είπε, ο δρόμος είναι δέκα πόντους λασπωμένο νερό και θα γίνεις μούσκεμα παντού. Παιρνούν νταλίκες και αυτοκίνητα και θα σε βρέξουν ολόκληρο. Τον ευχαρίστησα για τις συμβουλές και συνέχισα. Είχε δίκιο. Μέσα σε 2 λεπτά, είχα γίνει χάλια. Προσπαθούσα να προστατέψω την τσάντα που είχα τη φωτογραφική μηχανή με τους φακούς.
Κι όμως, ο Καπετάν Βαγγέλης, δεν κουνήθηκε καθόλου. Πήγα και αγκάλιασα τον συνονόματο πριν κουνηθώ ξανά.
 
Τελικά έφτασα στη Μάνδρα Αττικής. Βλέπω ότι έχουν κλείσει το δρόμο κι έτσι αφήνω το παπί σε ένα στενό και αρχίζω πεζός να πηγαίνω ανηφορικά, προς την κεντρική πλατεία. Αυτά τα λίγα λεπτά μέχρι να φτάσω εκεί, έβλεπα γύρω μου το χάος. Και πίστεψέ με αναγνώστη, δεν υπερβάλω διόλου. Όταν έφτασα στην πλατεία, αντίκρισα ένα θαύμα. Τα νερά, είχαν πάρει τα πάντα. Με ενημέρωσαν πως καρφώθηκαν πάνω στην πλατεία αυτοκίνητα μπόλικα αλλά και κοντέινερ. Κι όμως, ο Καπετάν Βαγγέλης, ο Εθνομάρτυρας Μακεδονομάχος, Κοροπούλης στο επώνυμο, δεν κουνήθηκε καθόλου. Πήγα και αγκάλιασα τον συνονόματο πριν κουνηθώ ξανά.
Περπατούσα και δεν μπορούσα να πιστέψω τι έβλεπα. Δεν υπήρχε κανένα κατάστημα που να είχε γλιτώσει. Για να καταλάβω τι μαγαζί ήταν εκεί, έπρεπε κάθε φορά να κοιτάζω την πινακίδα έξω. Είχαν γίνει απλά λασπωμένοι άδειοι χώροι. Τίποτα παραπάνω. Σαν την μεγαλύτερη καραμπόλα που έχω δει έως τώρα στη ζωή μου. Το ένα δίπλα στο άλλο. Κανένα δε γλίτωσε. Κοντοστεκόμουν κάθε φορά που πλησίαζα ανθρώπους και τους ρωτούσα αν χρειάζονται βοήθεια. Με ευχαριστούσαν μέσα από την καρδιά τους και μου έλεγαν όχι και συνέχιζαν ακάθεκτοι προς τον αγώνα να καθαρίσουν.
Χαμογέλασα γλυκά, όταν είδα και μία ομάδα Πακιστανών, να βοηθάει όπως μπορεί, απλόχερα και συντονισμένα.
 
Μίλησα με πολλούς ανθρώπους. Ώριμα και συνετά μου αφηγήθηκαν όλοι το δράμα τους. Μου είπαν ιστορίες που μοιάζουν με καταδίωξη. Έμαθα δεκάδες ιστορίες που δεν γίνεται να τις γράψω μέσα σε ένα απλό και σύντομο κείμενο. Όμως συμβολικά θα αναφερθώ σε κάποιες αφηγήσεις και κάποιους ανθρώπους. Να πω βέβαια πως όλες αυτές οι ιστορίες, έμοιαζαν ταυτόχρονα εκτός από πραγματικές και προφητικές. Σαν κάτι να μου λέει, ότι μιλούν και για το μέλλον μας αυτές οι ιστορίες. Πριν ξεκινήσω να μιλάω με ανθρώπους, ένιωθα πόσο δεμένοι ήταν μεταξύ τους. Από το απέναντι πεζοδρόμιο κάποιος φωνάζει “Έλα Μαρία, πάρε για τα παιδιά” και πετάει μία σακούλα προς το μέρος της γυναίκας, με ψωμί. Πιο πάνω κάποιοι μοίραζαν νερό εμφιαλωμένο σε άλλους. Χαμογέλασα γλυκά, όταν είδα και μία ομάδα Πακιστανών, να βοηθάει όπως μπορεί, απλόχερα και συντονισμένα. Είδα και τον Κωνσταντίνο εκεί με την κοινωνική του κουζίνα που πρωτογνώρισα πριν 2.5 περίπου χρόνια στο Πεδίον του Άρεως και τους Πρόσφυγες.
Αρχαία αγάλματα οι άνθρωποι κατάντησαν. Θα τους ξεθάβουμε νεκρούς απ’ τις πλημμύρες μετά από χρόνια, λες κι είναι Καρυάτιδες.
Κοντοστάθηκα έξω από μία αυλή που μέσα της υπήρχε χαοτική καταστροφή. Ένας άνδρας με κοίταξε και μου έγνεψε με το κεφάλι, σα να ήθελε να μιλήσω και να του πω κάτι. Το οτιδήποτε. Ένιωσε πως ήμουν ξένος, από άλλη περιοχή της Αττικής, Του είπα πως το λεξικό μου ταμείο δεν υπάρχει πια και μόνο μία καλημέρα μπορώ να πω κι αυτή με μισή καρδιά αφού καθόλου καλή δεν είναι η μέρα. Με προσκάλεσε μέσα στην αυλή να μου δείξει τις ζημιές και με ποιον τρόπο έγιναν. Τον άκουγα και δεν πίστευα πως μπορεί ένας άνθρωπος, λίγα χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι μου στο Νέο Ψυχικό, να έζησε κάτι τέτοιο. Έχασε 3 αυτοκίνητα κι έπαθε ένα σωρό ζημιές μα χαμογελούσε ακόμα. Άργησε να πάει για μερικά λεπτά στην πρωινή του δουλειά, αλλιώς θα τον είχε βρει έξω με το αυτοκίνητο και θα είχε πνιγεί. Τον ρώτησα να μου πει το όνομά του. Σωτήρης, μου είπε. Και του είπα πως από τώρα πια, το όνομά του παίρνει άλλη αξία, αφού υπήρξε σωτηρία για αυτόν και ολόκληρη την οικογένειά του. Η γυναίκα του η Όλγα κι αυτή με το χαμόγελο, με ρώτησε αν είμαι δημοσιογράφος ώστε να μου στείλει με mail υλικό που έχει, βίντεο και φωτογραφίες από την στιγμή της καταστροφής. Την ευχαρίστησα και πριν φύγω, έβγαλε καραμέλες από την τσέπη και μου έδωσε. Εκείνη τη στιγμή σκέφτηκα, που να ήξερε πως από μικρός δίνω καραμέλες στους ανθρώπους, μέχρι και τώρα και το ξέρουν όλοι οι γνωστοί μου αυτό . Δεν της το είπα, αλλά θα το διαβάσει τώρα εδώ, μάλλον.
Συνέχισα και είδα μία μαυροφορεμένη γριά. Την κοίταξα στα μάτια από 3-4 μέτρα μακριά. Μου λέει, έλα εδώ κοντά. Από που είσαι; Της είπα. Μου είπε πως κάποιος φίλος τους γιου της, είχε μία μικρή μπουλντόζα και τον περιμένει να της βγάλει τη λάσπη από την είσοδο του σπιτιού. Με προσκάλεσε μέσα στο σπίτι της. Δεν είχε μείνει τίποτα. Μία φτωχική κάμαρα, είχε γίνει ακόμα πιο φτωχική. Πως σε λένε; Νίκη, μου λέει. Από το Νικολέτα; Όχι, από το Ανδρονίκη αλλά αυτό δεν το ξέρει κανείς, μου λέει και χαμογέλασαν τα μάτια της. Νικούλα με φωνάζουν από μικρή. Μου δείχνει μία φωτογραφία τον άντρα της τον Λεωνίδα. Μου λέει πως πέθανε τον περασμένο Γενάρη. Ήταν μαζί του από προξενιό από πολύ μικρή. Τον αγάπησες; Της λέω. Και τον αγάπησα και τον ερωτεύθηκα στην πορεία. Γιατί ήταν καλός άνθρωπος και δεν μου χάλασε χατήρι. Αγαπούσε όλο τον κόσμο και τον αγαπούσαν κι εκείνοι. Πόσο ετών είσαι Ανδρονίκη μου; 78 μου λέει. Γεννήθηκα το ’78 οπότε αγαπώ τον αριθμό αυτό, της λέω και με κοιτούσε παράξενα για τον τρόπο που παρατηρώ και προφέρω τα πράγματα. Έλα να με ξεπροβοδίσεις να συνεχίσω το οδοιπορικό μου, της λέω και βγαίνουμε αγκαλιά προς το χάος.
Κάθε κατάστημα που έβλεπα, ερείπιο, με έπιανε η καρδιά μου, διότι ήξερα πως θα είχε και υπαλλήλους και τώρα όλοι αυτοί οι άνθρωποι, από που θα έχουν πόρους; Ενώ τα σπίτια, που έξω τους έβλεπα μία άμορφη μάζα με όλα τους τα υπάρχοντα, δεν ήθελα καν να τα κοιτάζω. Ακούω μία φωνή ενός άντρα να φωνάζει σχεδόν κλαίγοντας, αλλά εκείνο το κλάμα που έχει αξιοπρέπεια και εκείνο το δάκρυ που μοιάζει με άγιο μύρο. 40 χρόνια έφτιαχνα το σπίτι μου, για να χαθεί μέσα σε λίγα λεπτά, φώναζε και ξανά φώναζε σαν να είχε κολλήσει η κασέτα. Εκεί συνάντησα τον Χρήστο που μου είπε πολλά, αλλά με στοίχειωσε κάτι συγκεκριμένο. Μου είπε, Βαγγέλη ευτυχώς που πέθανε η μητέρα μου πέρσι, γιατί φέτος θα είχε πνιγεί.
Κάποτε όλα αυτά, θα είναι συναρπαστικές περιπέτειες, τώρα όμως είναι φρίκη σε χρώμα χώμα.
 
Όσο περπατούσα μέσα σε αυτήν τη βιβλική καταστροφή που δεν είναι καθόλου υπερβολικό, άκουγα συνεχώς ιστορίες ανθρώπων, που παρακαλούσα να είμαι ο πιο πλούσιος άνθρωπος του κόσμου και μέσα σε λίγες βδομάδες, να ξαναφτιάξουν όλα. Όμως με τις ανθρώπινες ζωές που χάθηκαν, όσα χρήματα και να είχα, ήξερα πως δεν μπορώ να κάνω κάτι. Γνώρισα ανθρώπους που ήξεραν πολύ καλά τα θύματα και μάλιστα πριν λίγες ώρες, κάποιους, την προηγούμενη μέρα, τους είχαν δει ζωντανούς, δίχως να μπορεί να περάσει από το μυαλό τους, το πόσο δύσκολες ώρες θα έρθουν σύντομα για όλους.
Η Δυτική Αττική, μοιάζει σαν ένα φωτογραφικό άλμπουμ που είναι σε εξέλιξη. Τα χιλιάδες στιγμιότυπα, δεν έχουν πάρει ακόμη την οριστική τους θέση στις σελίδες. Άνθρωποι, μία ζωή στην κόψη του ξυραφιού, μία ζωή με ευτράπελα, με σκαμπανεβάσματα. Οι άνθρωποι αυτοί, έχουν μία πικρή βεβαιότητα πως πρέπει να προσπαθήσουν να επιβιώσουν σε έναν κόσμο που ήρθαν τα πάνω κάτω ή τα κάτω ακόμα πιο κάτω. Κάποτε όλα αυτά, θα είναι συναρπαστικές περιπέτειες, τώρα όμως είναι φρίκη σε χρώμα χώμα. Όλοι είμαστε στο πλοίο της ύπαρξης. Κάποιους όμως, τους είπαν λαθρεπιβάτες και τους πέταξαν στη θάλασσα. Στη λασπωμένη θάλασσα.
Η πολιτική ανυδρία από την μία, ο κατακλυσμός του Νώε από την άλλη.
Μάνδρα Αττικής: Ένα ταφικό μνημείο. Δυστυχώς για την υπερβολή στην διατύπωση δεν ευθύνομαι εγώ. Το πολιτικό τοπίο καλά κρατεί. Το Δυτικό τοπίο; Η πολιτική ανυδρία από την μία, ο κατακλυσμός του Νώε από την άλλη. Θεέ μου πόσο συγκλονιστικό είναι να ξεθάβουν ανθρώπους από το χώμα για να τους κηδέψουν σε άλλο χώμα. Κάπου εδώ δεν έχω άλλα λόγια. Δε θέλω να έχω άλλα λόγια. Φλυάρησα, προς τιμήν των νεκρών. Όταν έφυγα από τη Μάνδρα Αττικής, ένιωσα ότι φεύγω από μία φιλική επίσκεψη. Σας αξίζουν ένα σωρό αγκαλιές. Αφού οι λέβητές σας καταστράφηκαν, έστω να σας κρατήσουμε ζεστούς με κάποιον τρυφερό τρόπο. Και να τους χαρίσω από καρδιάς, εκείνο το ουράνιο τόξο που είδα, φεύγοντας από κοντά τους.

 
Υ.Γ.

Όταν ένας διαιτητής δε σφυρίζει ένα οφσάιντ ή ένα πέναλτι, γίνεται της πουτάνας στο γήπεδο. Πέθαναν είκοσι άνθρωποι σε λιγότερο από ένα ημίχρονο και δεν βλέπω να έγινε της πουτάνας.


Πρόσφατα από eye stories

Go to Top