Ο ΕΚΘΕΣΙΑΚΟΣ ΜΑΣ ΤΟΠΟΣ

Μαμά, πότε θα πεθάνουμε;

Poems' Box/Πεζός λόγος από
Μεγάλη Παρασκευή. Όχι λόγω πένθους, αλλά λόγω μεγέθους. Χώρεσε πολλά και αυτή η μέρα κι έχει ακόμα χώρο νιώθω. Γύρισα σπίτι σούρουπο. Ο γάτος με περίμενε πίσω από την πόρτα. Όταν μπήκα, μου είπε την αγαπημένη μου ελληνική λέξη και έτρεξε προς την κουζίνα για να του βάλω να φάει. Με τον αντίχειρα της δεξιάς παλάμης, άνοιξα το πλάσμα που ζεσταίνει το νερό. Έβαλα να παίζει ορχηστρική μουσική και κυρίως piano. Αγαπώ το πιάνω! Το νερό είναι έτοιμο, είπε ο ψηλός δείκτης σε εκείνη την παράξενα όμορφη μικρή τουαλέτα που κάποτε ήταν κοινόχρηστος χώρος. Μωρό, δυο μέτρα βάθος, μπήκα στην μικρή μπανιέρα που με όσο νερό πίνεις καθημερινά, γεμίζει και με όσες σκέψεις κάνω, ξεχειλίζει.
 
Καθαρός. Φόρεσα τη μπλε φόρμα, ένα γκρι μπλουζάκι και τα παπούτσια εκείνα που είχα αφήσει στην ακρογιαλιά όταν περπάτησα στη θάλασσα ,τότε στη Σύρο. Θυμάσαι; (με ρωτώ). Θυμάμαι! (απαντώ). Άνοιξα την βαριά σιδερένια εξώπορτα και ξεχύθηκα στη γειτονιά που μεγάλωσα. Που συνεχίζω να μεγαλώνω. Προορισμό δεν είχα. Είπα θα περπατήσω και όπου με βγάζει ο δρόμος. Θα ακολουθώ οτιδήποτε μου κινεί τα νήματα και νοήματα. Έφτασα στον Φάρο Ψυχικού και υπήρχε κόσμος. Άνθρωποι πολλοί. Όταν λέω άνθρωποι βέβαια, δεν ξέρω τί εσύ καταλαβαίνεις. Άρχισα να σκανάρω οτιδήποτε κινείται και να μεταφράζω τα κάτω κείμενα των πραγμάτων. Μιλώ πολλές γλώσσες με αυτόν τον τρόπο, απλά δεν βρίσκω εύκολα ανθρώπους να τις μιλούν και αυτοί.
 
Καθιστός. Αυτό το παγκάκι μου αρέσει. Είναι ξύλινο σαν τον πινόκιο και νιώθω ότι φλερτάρει με το διπλανό του εδώ και ώρα. Κι όμως, ούτε ένα ψέμα σε αυτό το φλερτ. Τι ωραίο θα ήταν αυτό το παγκάκι να μας διδάξει πως θα είμαστε ο εαυτός μας στο πρώτο ραντεβού. Τώρα που είπα πρώτο ραντεβού, τι θυμήθηκα; Το δικό μας τελευταίο. Μα, αν αγαπάς την επιλογή σου να βρίσκεσαι κάπου, δεν είναι ποτέ κάτι το τελευταίο και μοιάζει πάντα με πρώτο γι’ αυτό θέλεις κι άλλο.
 
Όρθιος. Συνεχίζω να περπατώ προς το σπίτι αλλά κάτι με πιάνει και θέλω να περάσω από τα σχολεία που πήγα. Νηπιαγωγείο, δημοτικό και γυμνάσιο. Λύκειο δε γνώρισα. Έχει νυχτώσει και κάθομαι στα κάγκελα. Θυμάμαι τότε στο προαύλιο που κοιτούσα κρυφά την Κατερίνα κι ένιωθα βασιλιάς. Έκτη δημοτικού θα ήταν. Η Κατερίνα όμως, ποτέ δεν με κοίταξε κρυφά, γι’ αυτό δεν φανερώθηκα. Έμεινα ένα σκούρο φάντασμα. Θυμάμαι ακόμα τότε στη δευτέρα γυμνασίου, που με έπιασε ένας καθηγητής μαθηματικός την ώρα που έπινα νερό και μου είπε, πως είμαι ο πιο έξυπνος μαθητής που είχε ποτέ. Σιχαινόμουν τα μαθηματικά και τα καλά λόγια. Κι έτσι δεν έδωσα σημασία. Αργότερα, ασχολήθηκα με τα παθηματικά.
 
Χαμογελαστός. Περπατώ με καμπύλη στο πρόσωπό από όλα αυτά που έγιναν σε έναν απλό περίπατο κι όμως χαμογελώ γιατί ξέρω πως ακόμα δεν έχει έρθει το φινάλε της βόλτας. Το νιώθω όταν κάτι ετοιμάζεται να έρθει. Κάτι που θα με κάνει Ίκαρο και λίγο πριν πέσω, Δαβίδ. Βρίσκομαι στην Πλατεία που μας πήγαινε η μαμά μικρά και τώρα πηγαίνει τον εγγονό της. Τίποτα δεν άλλαξε και τίποτα δεν είναι όπως παλιά. Σε αυτή την πλατεία, λάτρευα πάντα τα παγκάκια που βρίσκονται στην πλευρά του δρόμου, οπότε είπα να τα διασχίσω όλα ένα – ένα. Δύο γριούλες με τις γνωστές φωνές που έχουν αυτές πάντα οι κυρίες, λένε πράγματα ανούσια για εκείνες και ουσιαστικά για μένα. Συνεχίζω στο επόμενο παγκάκι που μάλλον δύο 14χρονα έχουν το πρώτο τους ραντεβού. Τι όμορφη στιγμή θεέ μου. Πήγα από πίσω τους και παρατηρώ τον τρόπο που κοιτάζει ο ένας τον άλλον. Αν αυτόν τον τρόπο τον βάζαμε μέσα στο νερό που πίνουμε, θα ήταν αλλιώς ο κόσμος. Συνεχίζω λίγο πριν φύγω από την πλατεία και μία μαμά με καρότσι και ένα κοριτσάκι στα χέρια, κοιτάζουν ένα γατάκι που κοιμάται. Η άγνωστη μικρή, σηκώνει ψηλά το κεφάλι για να κοιτάξει τη μαμά της και τη ρωτάει:
– Μαμά, πότε θα πεθάνουμε;
 
Άντε βρε κυρία, κρεμόμαστε από τα χείλη σου και η μικρή κι εγώ. Απάντα! Η μητέρα όμως γυρίζει στη μικρή και σαν πολιτικός, αποφεύγει την ερώτηση, λέγοντάς της:
– Το γατάκι δεν είναι πεθαμένο. Κοιμάται.
 
Συνέχισα προς το σπίτι και θυμήθηκα εκείνη τη σκέψη που θα υπάρχει στο νέο βιβλίο που ετοιμάζω:
– Μαμά πότε γεννήθηκα;
– Δεν γεννήθηκες ποτέ, για να μην ποτέ πεθάνεις.

Πρόσφατα από Poems' Box

Λύκε Like είσαι εδώ;

Μπλε. Όχι της Θάλασσας. Όχι του Ουρανού. Μπλε διαδικτυακό! Το μπλε που
Go to Top