Ο ΕΚΘΕΣΙΑΚΟΣ ΜΑΣ ΤΟΠΟΣ

Η κόρη της Κατερίνας Γώγου πέθανε κι έγινε Μυρτώ

Poems' Box/Χρονογραφήματα από
Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2015. Ήμουν ξύπνιος από τις 5 τα ξημερώματα. Διάβαζα Κατερίνα Γώγου και συγκεκριμένα εκείνο το ποίημά της που έχει για τίτλο τη μέρα και τον μήνα γέννησής μου. 25 Μαΐου. Και αχ, εκείνο το σημείο που μιλάει στη Μυρτώ είναι σαν να μιλάει σε όλους μας.
 
«Θ’ ανοίξω την πόρτα και είναι – όχι πως φοβάμαι – μα να, θέλω να σου πω, πως δεν πρόλαβα και πως εσύ πρέπει να μάθεις να μην κατεβαίνεις στο δρόμο χωρίς όπλα όπως εγώ – γιατί εγώ δεν πρόλαβα – γιατί τότε θα χαθείς όπως και εγώ «έτσι» «αόριστα» σπασμένη σε κομματάκια από θάλασσα, χρόνια παιδικά και κόκκινα λάβαρα».
 
Δεν ξέρω η Μυρτώ τι άκουσε από την Κατερίνα. Τι διάβασε από την Κατερίνα. Τι έμαθε από την Κατερίνα. Δεν ξέρω τίποτα για τη Μυρτώ. Ξέρω μόνο πως την έχω εδώ απέναντί μου σ’ ένα μαύρο φέρετρο που μου θυμίζει λουστρίνια που δεν φόρεσα ποτέ. Ή μάλλον φόρεσα κάποτε με το ζόρι. Και με στένευαν. Και με πονούσαν. Και μου άφησαν σημάδια που όμως έσβησαν. Της Μυρτώς τα σημάδια όμως, έγιναν Αλίκη και «Η Αλίκη δε μένει πια εδώ» ίσως προσπάθησε να μας πείσει ή να πειστεί κι η ίδια.
 
Με το που πάτησα το πόδι μου στο νεκροταφείο, ενώ φορούσα μπουφάν, βγήκε ξαφνικά ένας ήλιος καλοκαιρινός. Κι έμεινα δίχως μπουφάν κι έμεινα δίχως μανίκια. Είχα χέρια όμως και ξεφύλλιζα την ποιητική συλλογή της Μυρτώς: «Εγώ δεν μπόρεσα, πήγα σε άλλη γη που το πάθος για τη ζωή γίνεται ένα με τη μουσική και οι πληγές μένουν ένα ενθύμιο στον μπουφέ με τις φωτογραφίες των συγγενών που πέθαναν». Και ταυτόχρονα παρατηρούσα τους πολύ λίγους ανθρώπους που είχαν έρθει να την χαιρετίσουν και μία φίλη μου μου είπε: «Βαγγέλη, κάνουμε τόσους φίλους στη ζωή μας, για να μας χαιρετίσουν στην κηδεία μας καμιά δεκαριά μοναχά».
 
Γυρίζω σελίδα: «Πες μου με ποιον είσαι. Ποιο είναι το μυστικό. Δεν θέλω καραμέλες». Και θέλω να της απαντήσω. Να της πω είμαι εδώ μαζί σου. Πως το μυστικό είναι να προστατέψεις το μυαλό σου γιατί όπως είχε πει και το Κατερινιώ: «Στο μυαλό είναι ο στόχος, το νου σου ε;». Όσον αφορά τις καραμέλες Μυρτώ, σίγουρα θα ήθελες τις δικές μου. Όλα τα παιδιά της θέλουν. Κι εσύ έμεινες παιδί. Πέθανες παιδί. Με όλες εκείνες τις μνήμες στις τρύπιες τσέπες σου, που καμία μνήμη όμως δεν ήταν μικρότερη από την τρύπα ώστε να φύγει και να χαθεί. Έμειναν μέχρι το τέλος μαζί σου.
 
Γυρίζω σελίδα: «Εγώ φεύγω. Αφήνω πίσω μου προδότες τα πιστεύω μου. Κουράστηκα, η καρδιά μου είναι κομματάκια πρέπει να φύγω αν θέλω να σώσω ό,τι καλύτερο μου έμεινε, καθαρή φαντασία, καθαρή ψυχή. Εγώ φεύγω». Κι έφυγες κι άφησες πίσω σου προδότες κάμποσους. Και δεν ξέρω τι έγινε με το βιβλίο της Μυρτώς μα ξαφνικά φύσηξε ένας τόσος δυνατός άνεμος που το έκανε κομμάτια, το έσκισε από την ράχη κι έμεινα με μία σελίδα στο χέρι, ένα ποίημα και μία πραγματικότητα.
 
Στην κηδεία: «Στην κηδεία κοίταζα ψηλά στον ουρανό και δεν έκλαψα καθόλου. Εγώ που κλαψουρίζω με το τίποτα. Μόνο που δεν μπορούσα να δεχτώ ότι όλα αυτά είναι πραγματικά. Μόλις τελείωσε άρχισα να τρέχω, γιατί δεν ήθελα να μιλήσω σε κανέναν για το πώς και το γιατί. Ούτε εγώ το ήξερα. Αν ήμουν εγώ μαζί της, σίγουρα θα την είχαμε προλάβει όπως πάντα. Την Κυριακή τη μισούσε. Δεν άντεχα να τη βλέπω έτσι – τα κωλοταξίδια γαμώτο. Μου κόπηκε η ζωή στα δυο. Κατηφόριζα, τρέχοντας την Αναπαύσεως και ο Βαγγέλης μου φώναξε: Πόσο όμορφη είσαι σήμερα, Μυρτώ. Σκεφτόμουν αν τουλάχιστον πήρε την ικανοποίηση που τόσοι «φίλοι» ήταν εκεί. Πάντα για την κηδεία της μου μίλαγε τελευταία πόσο όμορφη θα ’ταν με τα καλά της. Της φόρεσα ένα μεταξωτό μαντίλι μαύρο με κόκκινα φεγγαράκια. «Μα πάνω μια φορά και έναν καιρό ο αρχάγγελος χτυπούσε τα φτερά του».
 
Υ.Γ. Κάνε το Κατερινιώ μία αγκαλιά από μένα σήμερα εκεί ε; Και πες της πως εγώ δε μισώ τις Κυριακές γιατί Κυριακή τη γνώρισα.

Πρόσφατα από Poems' Box

Οι λουλουδόφιλοι

Μαύρο, άσπρο, μαύρο, άσπρο, μαύρο, άσπρο Μ’ αγαπά!   Στα χέρια κρατώ,
Go to Top