Ο ΕΚΘΕΣΙΑΚΟΣ ΜΑΣ ΤΟΠΟΣ

Τριάντα επτά και λίγα λέω

Poems' Box/Πεζός λόγος από

Αν και με τη μνήμη δεν έχω καλούς λογαριασμούς:

Με θυμάμαι άνθρωπο μικρό – να ακούω την πόρτα να κλειδώνει – έπρεπε η μαμά να φέρει τροφές από την λαική αγορά και τατόχρονα έπρεπε να μας φτιάξει ολιγόωρη φυλακή για να μη βγούμε έξω στους δρόμους και χαθούμε στην μετάφραση. Που να φανταζόμουν πως αργότερα, θα χαθώ μέχρι το λαιμό, στην έκφραση.
 
Με θυμάμαι πάλι άνθρωπο μικρό – στις κατασκηνώσεις του Άγιου Ανδρέα – να προφέρω για πρώτη φορά τη λέξη μάζα και να προσποιούμαι πως ζω μαζί της. Αν δε ζούσα μαζί της, πως θα μάθαινα τα μυστικά της όμως. Δεν άντεξα και πολύ βέβαια. Βλέπεις ήμουν πολύ μικρός για να μπορέσω να ντύσω τη μάζα με τα δικά μου ρούχα. Που να φανταζόμουν πως αργότερα, θα ξεσκίσω τα δικά της ρούχα και θα την αφήσω γυμνή στους δρόμους και στους τοίχους.
 
Με θυμάμαι λίγο μεγαλύτερο άνθρωπο – να νιώθω βαρετά μέσα στην τάξη – και να φέρνω την αταξία ως πηγή έμπνευσης για τους άλλους που ήδη από ότι φαίνεται, είχαν προγραμματίσει τη ζωή τους. Είναι εκείνοι που φοβήθηκαν όταν σταμάτησα το σχολείο και με ρώτησαν «τώρα τι θα γίνεις εσύ;». Που να φανταζόντουσαν πως αργότερα, θα γίνω ένας τακτικός ποιητής δίχως ίχνος τακτ.
 
Με θυμάμαι πάλι λίγο μεγαλύτερο άνθρωπο – να βρίσκω κρεμασμένη σε μία αποθήκη την φιλία – και το σχοινί τεντωμένο. Από τότε είμαι σχοινοβάτης και δεν αποφεύγω ποτέ να μιλώ για σχοινί στο σπίτι του κρεμασμένου. Κι ας λένε κάποιοι πως τραβάω ή παρατραβάω ή τεντώνω το σχοινί σε πολλές καταστάσεις. Το προτιμώ από το να δέσω σχοινί κορδόνι πως όλα κυλούν άρτια δίχως ανάγκη αλλαγής πλεύσης. Που να φανταζόμουν αργότερα, πως άνθρωποι του σχοινιού και του παλουκιού, είχαν περισσότερες αξίες από τους άλλους τους καθωσπρέπει.
 
Με θυμάμαι παλικάρι – σ’ ένα στρατόπεδο στη Ρόδο – να κάνω εμετό την λογική, να την τυλίγω σ’ ένα περιτύλιγμα καραμέλας και να την πηγαίνω πεσκέσι στο γραφείο του διοικητή. Να μου τρίβει στα μούτρα ένα στρατοδικείο και να κλαίω από τα γέλια. Να απαιτώ να με κεράσει βυσσινάδα για να του θυμίσω τι χρώμα κυλάει μέσα μου. Που να φανταζότανε αργότερα, πως θα σπάσω μία μέρα την πόρτα του γραφείου του και θα μπω με την πλάτη.
 
Με θυμάμαι πάλι παλικάρι – σε αναπηρικό καρότσι στο 401 – να είμαι το ένα τέταρτο του εαυτού μου και να πονάω σαν τη μάνα που δεν καταφέρνει να κηδέψει ποτέ τον γιόκα της. Να με πηγαίνουν οι άλλοι βόλτα σε πληκτικούς προορισμούς, εκτός από την καντίνα με τις καραμέλες και να σκέφτομαι πως αν τυχόν με αφήσουν εδώ, πως θα γυρίσω πίσω; Να βρίσκομαι στα κάγκελα του νοσοκομείου κι ένα κορίτσι να μου δημιουργεί αποθημένα. Που να φανταζότανε πως αργότερα, εγώ θα είμαι όρθιος κι εκείνη συνέχεια στα τέσσερα.
 
Με θυμάμαι σήμερα – στα γενέθλιά μου – να χαμογελούν τα μάτια μου κι εσύ να μην ξεκολλάς τα δικά σου από πάνω τους. Να έχω κι ένα μειδίαμα που σίγουρα κάποια συγγένεια έχει με πλάσμα θαλάσσης. Τα μαλλιά μου μακριά πια, με βοηθούν να πνίγω ό,τι τολμάει να μου χαλάει το κάδρο, να μου κρύβει τη θέα, να μου κλέβει τις καραμέλες και να βάζει άλλους υπότιτλους από αυτούς που πρέπει. Τα δάκτυλά μου πάντα στη θέση τους κι εγώ πάντα σε καινούρια, για να μη συνηθίσω την εξουσία.
 
Με θυμάμαι να σε ξεχνώ – μέσα σε ένα δωμάτιο – 25 βαθμών κελσίου.

Πρόσφατα από Poems' Box

Οι λουλουδόφιλοι

Μαύρο, άσπρο, μαύρο, άσπρο, μαύρο, άσπρο Μ’ αγαπά!   Στα χέρια κρατώ,
Go to Top